Κατ’ αρχήν, αναλύοντας τα αίτια και τους λόγους που οδήγησαν στο Brexit, θα πρέπει να πούμε ότι δεν μπορούμε να καταφύγουμε σε μονοπαραγοντική εξήγηση.

1) Ο παράγοντας Κάμερον. Κόντρα στο ρεύμα της ιστορίας και με τη βρετανική κοινή γνώμη παραδοσιακά αμφίθυμη απέναντι στην Ευρώπη, ο Κάμερον οδήγησε τη χώρα του σε δημοψήφισμα και την έξοδο. Υποτιμώντας το ρεύμα του λαϊκισμού και ευρωσκεπτικισμού, που σαρώνει όχι μόνο τη χώρα του αλλά όλη την Ευρώπη, και υπερτιμώντας τη δική του δυνατότητα να σύρει το βρετανικό άρμα προς την ευρωπαϊκή κατεύθυνση. Τερτίπια της ιστορίας. Ο Κάμερον και οι Βρετανοί κατάφεραν μόνοι τους ό,τι δεν είχε καταφέρει ο Ντε Γκωλ εις βάρος τους. Όταν μπλοκάρισε την είσοδο της Βρετανίας στην Κοινότητα δύο φορές. Φοβούμενος ότι θα αποτελούσε τον “αμερικανικό δούρειο ίππο στην Ευρώπη”.

Το έκανε παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι οι Βρετανοί είναι παραδοσιακά απρόθυμοι απέναντι στην Ευρώπη. Λόγω της γεωπολιτικής τους θέσης, που τους δίνει μία απόσταση ασφαλείας από τον ευρωπαϊκό χώρο. Και τους δίνει τη δυνατότητα να μένουν μακριά από τις ευρωπαϊκές ίντριγκες. Παρεμβαίνοντας μόνον ως εξωχώριος εξισορροπητής. Όποτε χρειαζόταν να μεταβάλουν την ισορροπία δυνάμεων υπέρ των βρετανικών συμφερόντων. Στο μυαλό των περισσότερων Βρετανών, η Βρετανία ήταν μία αυτοκρατορία και παραμένει μία μεγάλη ναυτική δύναμη. Ο Τσόρτσιλ και η βρετανική ελίτ έβλεπαν τη Βρετανία στο επίκεντρο τριών ομόκεντρων γεωπολιτικών κύκλων. Της κοινοπολιτείας, της ειδικής σχέσης με την Αμερική, και της Ευρώπης. Όπως χαρακτηριστικά τόνιζε “είμαστε με την Ευρώπη, αλλά όχι της Ευρώπης. Είμαστε συνδεδεμένοι, αλλά δεν συμπεριλαμβανόμαστε. Ενδιαφερόμαστε και συνεταιριζόμαστε αλλά δεν απορροφόμαστε”.

Η συμμετοχή της Βρετανίας στο ευρωπαϊκό εγχείρημα ήλθε σε μία περίοδο επαναπροσδιορισμού των γεωπολιτικών της προτεραιοτήτων. Προκειμένου να επηρεάσει τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και να αποτελέσει αντίβαρο στον γαλλογερμανικό άξονα. Αποκομίζοντας, συγχρόνως, τα οφέλη από τη συμμετοχή στην κοινή αγορά. Ποτέ όμως δεν ήταν ψήφος εμπιστοσύνης για τη δημιουργία μίας ομόσπονδης Ευρώπης. Όπως, άλλωστε, κατέστησε σαφές η Μάργκαρετ Θάτσερ στην ιστορική ομιλία της στη Μπρυζ. Το timing του Κάμερον για το δημοψήφισμα δεν μπορούσε να είναι χειρότερο. Το ευρωπαϊκό όραμα έχει θαμπώσει. Η οικονομική κρίση, μαζί με το προσφυγικό-μεταναστευτικό και την τρομοκρατία, δοκιμάζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Οι δυτικές Δημοκρατίες είναι σε αναβρασμό. Η Ισπανία άλλαξε εννιά Πρωθυπουργούς σε δέκα χρόνια και βρίσκεται σε παρατεταμένη περίοδο παρακμής. Έπεσε στην 24η θέση στην παγκόσμια κατάταξη χωρών με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα. Η κοινωνία της γερνάει και το πολιτικό της σύστημα είναι κατακερματισμένο και σε παράλυση.

Στην Αμερική, παρά τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και την ανάκαμψη από την κρίση του 2008, ένας λαϊκιστής, εκμεταλλευόμενος το αντισυστημικό πνεύμα των καιρών και τις ανισότητες, κατόρθωσε να εκλεγεί.

Στην Ευρώπη, παρά τον συνολικό πλούτο, οι ανισότητες έχουν αυξηθεί ραγδαία. Από το 2006 μέχρι το 2011, σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ανισότητες αυξήθηκαν στα δύο τρίτα του συνόλου των ευρωπαϊκών χωρών, και ένας στους επτά ευρωπαίους πολίτες είναι αντιμέτωπος με το φάσμα της φτώχειας.

2) Το δημοψήφισμα έρχεται σε μία περίοδο πολλαπλής κρίσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Είναι η πρώτη φορά, όπως δήλωσε ο Juncker στο state of the union, στην ιστορία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος που ο κοινός τόπος ανάμεσα στα κράτη-μέλη λιγοστεύει. Οι ευρωπαίοι πολίτες γυρνούν την πλάτη τους στην Ένωση και στρέφονται πίσω στο κράτος-έθνος. Θεωρώντας ότι θα πάρουν άμεσες και χειροπιαστές λύσεις στα ζητήματα οικονομίας, μεταναστευτικού και ασφάλειας. Είναι προφανές ότι οι σημερινοί Ευρωπαίοι πολίτες έχουν διαφορετικές ανάγκες και αγωνίες από αυτές που θεμελίωσαν τις Κοινότητες μετά το τέλος του πολέμου. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι έχουν βιώσει μόνο ειρήνη τα τελευταία εβδομήντα χρόνια και θεωρούν ότι η απειλή του εθνικισμού και του πολέμου έχει εκλείψει. Η προσπάθεια εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης προσέκρουσε σε εθνικούς σκοπέλους. Που θα επέτρεπε στην ΕΕ να ενισχύσει τη συνοχή της και την ανταγωνιστικότητά της. Όπως φάνηκε από την τύχη του Ευρωσυντάγματος. Της προσπάθειας, δηλαδή, να μετεξελιχθούν οι ευρωπαϊκές συνθήκες σε ένα ολοκληρωμένο Σύνταγμα.

3) Η οικονομική κρίση, που μετατράπηκε σε κρίση της Ευρωζώνης, ανέδειξε τις ατέλειες της ΟΝΕ που ήταν μέχρι σήμερα ο κορυφαίος αναβαθμός της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας. Πολλοί πολίτες άρχισαν να βλέπουν την Ευρώπη περισσότερο ως οικονομική αβεβαιότητα και λιγότερο ως πολιτικό θρίαμβο. Για πρώτη φορά στην ημερήσια διάταξη δεν βρίσκεται η κατανομή της ευημερίας αλλά η κατανομή σημαντικών βαρών. Κι αυτό δοκιμάζει τη συνοχή της Ευρώπης.

4) Η προσφυγική-μεταναστευτική κρίση δοκιμάζει την ευρωπαϊκή συνοχή. Η πίεση που δέχονται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αντανακλάται στο πολιτικό σύστημα. Η ακροδεξιά και ο λαϊκισμός καλπάζουν. Παντού. Η μία μετά την άλλη οι ευρωπαϊκές χώρες σκλήρυναν τη στάση τους και έκλεισαν τα σύνορά τους. Πάρτε το παράδειγμα της Δανίας. Μία από τις πιο ανοικτές και ανεκτικές κοινωνίες στην Ευρώπη. Μία σκανδιναβική δημοκρατία, με υψηλό βιοτικό επίπεδο, χαμηλά ποσοστά φτώχειας, καθαρές πόλεις, εξαιρετικό εκπαιδευτικό σύστημα και σύστημα υγείας. Και με ιστορική παράδοση στην προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων. Έχοντας διασώσει όλη την εβραϊκή κοινότητά της από τη ναζιστική θηριωδία.

Αίφνης, αυτή η ανανεωτική και ενωτική κοινωνία κλείστηκε όπως το στρείδι. Άρχισε να δημοσιεύει προκηρύξεις στον τύπο του Λιβάνου και της Ιορδανίας προειδοποιώντας τους πρόσφυγες ότι δεν θα είναι ευπρόσδεκτοι στη Δανία. Στη συνέχεια αρνήθηκε να δεχθεί τον μικρό αριθμό των χιλίων προσφύγων που της αναλογούσαν βάσει της ευρωπαϊκής κατανομής. Και τελικά  ψήφισε έναν νόμο που προκάλεσε σάλο στην Ευρώπη. Έναν νόμο που υποχρεώνει την αστυνομία να κατάσχει τα μετρητά και τιμαλφή των προσφύγων για να χρηματοδοτηθεί η παραμονή τους. Τους απαγορεύει τη διαμονή εντός των προσφυγικών κέντρων, και δυσκολεύει τη δυνατότητα απόκτησης άδειας μόνιμης κατοικίας.

5) Η τρομοκρατία επιβάλει ψυχολογία οιονεί πολιορκίας και απειλεί να καταστείλει την πολιτική των ανοικτών συνόρων της ελευθερίας. Και σηματοδοτεί την επιστροφή στο κράτος έθνος, παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί η νέα μεγάλη αυτή ασύμμετρη απειλή από κάθε ευρωπαϊκή χώρα ξεχωριστά. Κάτι τέτοιο θα σηματοδοτούσε  την ήττα σε πολιτικό συμβολικό επίπεδο και την τρωτότητα σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Σ’ αυτό το περιβάλλον ο Κάμερον έκανε τη λάθος ερώτηση και οι Βρετανοί έδωσαν τη λάθος απάντηση. Μπροστά στην αβέβαιη χείμαρα της παγκοσμιοποίησης και την κρίση του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος, την απειλή του μεταναστευτικού και της τρομοκρατίας επέλεξαν την αταβιστική επιστροφή στο κράτος έθνος. Να γίνουν ένα νησί προστατευτισμού. Πιστεύοντας ότι θα διαχειριστούν καλύτερα τα ζητήματα αυτά για λογαριασμό τους από τη γραφειοκρατία των Βρυξελών. Κινδυνεύουν βέβαια με κατακερματισμό καθώς Σκωτία και Β. Ιρλανδία ενδέχεται να προτιμήσουν την ΕΕ από το Ηνωμένο Βασίλειο.