Σεβασμιότατε Μητροπολίτη, αξιότιμε πρώην Πρόεδρε της Βουλής,

Αγαπητέ Δήμαρχε, εκλεκτοί προσκεκλημένοι

Καλημέρα σας.

Είναι ιδιαίτερη τιμή να είμαι ομιλητής στην εκδήλωση για την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Τους Έλληνες και τους Αρμένιους συνδέουν ισχυροί ιστορικοί και άρρηκτοι δεσμοί φιλίας που σφυρηλατήθηκαν στο διάβα της ιστορίας σε μαρτυρικές στιγμές.

Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης αποτελεί αναγκαίο όρο για τη διασφάλιση της συλλογικής αυτοσυνειδησίας της ανθρωπότητας.

Πρέπει να θυμόμαστε, ιδίως υπό τις σημερινές συνθήκες, και μπροστά στα σύννεφα που σωρεύονται στον παγκόσμιο ορίζοντα, τις χειρότερες στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας, όπως είναι η Αρμενική Γενοκτονία. Όχι για να καλλιεργήσουμε το μίσος και αισθήματα ρεβανσισμού εναντίον κρατών που τις διέπραξαν, αλλά για να μας θυμίζουν τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας του ανθρώπινου γένους, ώστε να αποφύγουμε στο μέλλον, ως ανθρωπότητα, ανάλογες δραματικές εμπειρίες.

Κυρίες και κύριοι,

Η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν ήταν ένα στιγμιαίο έγκλημα, αλλά έγκλημα διαρκές.

Οι άγριοι διωγμοί άρχισαν από τον Αβδούλ Χαμίτ Β’ το 1894, με αποκορύφωμα βιαιότητας τη μεγάλη σφαγή και λεηλασία της Σασούν.

Η επικράτηση των Νεοτούρκων τον Ιούλιο του 1908, επιδείνωσε την κατάσταση για τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας. Αντί για τον σεβασμό των Συνθηκών και την πραγμάτωση των μεταρρυθμίσεων που ευαγγελιζόταν, το νέο καθεστώς προέβη σε νέους διωγμούς κατά των Αρμενίων τον Απρίλιο του 1909 στα Άδανα και την ευρύτερη περιοχή της Κιλικίας. Οι σφαγές συνεχίστηκαν κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Στις 26 Μαρτίου 1915, αρχίζουν στο Ζεϊτούν οι σφαγές και διώξεις με σκοπό την εξολόθρευση του Αρμενικού και Χριστιανικού στοιχείου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Στις 24 Απριλίου 1915, ημέρα Σάββατο, κατ’ εντολήν του Υπουργού εσωτερικών, Ταλαάτ Πασά, συλλαμβάνονται και εκτελούνται 250 πολιτικοί και πνευματικοί ηγέτες των Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης, βουλευτές, πρόκριτοι, συγγραφείς…

Αμέσως μετά άρχισαν ομαδικές σφαγές του αρμενικού λαού στην Ανατολική Μικρά Ασία. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα του Ταλαάτ στις 28 Απριλίου 1915 προς τους νομάρχες των περιοχών αυτών: «Αποφασίσθηκε να τεθεί τέρμα στο ζήτημα των Αρμενίων με εκτόπισίν τους στις ερήμους και την εξόντωση αυτού του ξενικού στοιχείου».

Οι στρατιώτες αρμενικής καταγωγής αφοπλίζονται και στέλνονται στα τάγματα εργασίας, όπου εξοντώνονται. Στις πόλεις και τα χωριά συλλαμβάνονται πρώτα οι άντρες και χωρίζονται από τις οικογένειές τους. Συνήθως εκτελούνται λίγο έξω από τους τόπους κατοικίας τους. Οι γυναίκες και τα παιδιά ξεκινούν μια πορεία θανάτου προς τις ερήμους της Συρίας και της Μεσοποταμίας.

Στη Γενοκτονία συμμετείχαν Τούρκοι αλλά και Κούρδοι, που με την ειρωνεία της ιστορίας, υφίστανται σήμερα τις διώξεις του Τουρκικού κράτους.

Η Συνθήκη των Σεβρών προέβλεπε μία διευρυμένη Αρμενία, στην οποία θα υπαγόταν και η περιοχή του Πόντου, σε μια προσπάθεια δημιουργίας μιας Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας. Όμως μετά την εγκατάλειψή της από τους νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την προσέγγιση Κεμάλ – Λένιν (1920), η Αρμενία σοβιετοποιείται.

Το 1922, όταν καταρρέει το μικρασιατικό μέτωπο, η Ελλάδα ηττάται. Στη Συνθήκη της Λωζάννης οι όροι «Αρμενία» ή «αρμενικός» δεν υφίστανται καν. Έτσι, το αρμενικό ζήτημα φαίνεται να «κλείνει» με τον αφανισμό ενός λαού.

Έως το 1918 πάνω από ενάμιση εκατομμύριο Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους ή αναγκάστηκαν να εκπατριστούν. Πολλοί εγκατέλειψαν το 1922 την Τουρκία μαζί με τους Έλληνες. Σήμερα, μόλις 50.000 Αρμένιοι ζουν στην Τουρκία, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη.

Η αρμενική γενοκτονία ήταν έγκλημα διαρκές και προμελετημένο και υπήρξε ο προάγγελος των πιο σκοτεινών και αποτρόπαιων σελίδων της ιστορίας του 20ου αιώνα. Ο Αδόλφος Χίτλερ τη χρησιμοποίησε ως παράδειγμα για να δικαιολογήσει το εβραϊκό ολοκαύτωμα. «Ποιος μιλάει σήμερα για τον αφανισμό των Αρμενίων;» διερωτήθηκε το 1939.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν ήταν η μόνη που διεπράχθη από τους γείτονές μας. Δυστυχώς υπάρχει η Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Και υπάρχει η Γενοκτονία των Ασσυρίων ή Ασσυροχαλδαίων. Των χριστιανικών πληθυσμών της Νοτιοανατολικής Μικράς Ασίας, οι οποίοι σφαγιάστηκαν την ίδια περίοδο και υπό τις ίδιες συνθήκες με τους Έλληνες και τους Αρμενίους.

Η γενοκτονία των Αρμενίων παρέμεινε ατιμώρητη από τη διεθνή κοινότητα, παρότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων, βρισκόταν στους ηττημένους του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τουρκία, ως διάδοχο κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ποτέ δεν παραδέχτηκε τη Γενοκτονία των Αρμενίων.

Η Τουρκία των Κεμαλιστών, και σήμερα οι Ισλαμιστές, ακολουθούν με την ίδια ένταση την πολιτική άρνησης της Γενοκτονίας και της παραχάραξης της ιστορίας. Παρά τη δήλωση συγγνώμης του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προς τα εγγόνια των θυμάτων τον Απρίλιο του 2014, η Τουρκία εξακολουθεί να αρνείται τη γενοκτονία.

Όταν τρίτες χώρες αναγνωρίζουν, όπως η Γαλλία το 2001, ή επιχειρούν να αναγνωρίσουν, όπως οι ΗΠΑ, η Ελβετία ή η Βουλγαρία, τη Γενοκτονία των Αρμενίων, τότε η Τουρκία κινητοποιεί τα φιλικά προς αυτήν κέντρα, τους Τούρκους μετανάστες τού εξωτερικού ή δημιουργεί προβλήματα σε σημαντικά για τη Δύση ζητήματα. Οι πρόσφατες, μεγάλης έκτασης αντιδράσεις τής Τουρκίας για την ποινικοποίηση στη Γαλλία τής άρνησης οιασδήποτε γενοκτονίας είναι χαρακτηριστική του τρόπου που αντιδρά η Τουρκία.

Στην πολιτική της άρνησης επιστρατεύτηκαν όλα τα μέσα και επενδύθηκαν πολλά κεφάλαια σε δημόσιες σχέσεις, δωροδοκίες συγγραφέων, ακαδημαϊκών και δημοσιογράφων, απειλές, πιέσεις, ακόμη και δολοφονίες διανοουμένων:

  • Ο Τανέρ Ακτσάμ, Τούρκος ιστορικός, επικριτής της τουρκικής πολιτικής άρνησης της Γενοκτονίας, αυτοεξορίστηκε.
  • Ο Χραντ Ντίνκ, δημοσιογράφος αρμενικής καταγωγής, δολοφονήθηκε από το τουρκικό παρακράτος τον Ιανουάριο του 2007.
  • Ο Ορχάν Παμούκ, που τιμήθηκε με Νόμπελ λογοτεχνίας το 2006, είναι γνωστός για την κριτική του στάση στην πολιτική της Άγκυρας απέναντι στη Γενοκτονία των Αρμενίων. Το Φεβρουάριο του 2005 δήλωσε στον ξένο Τύπο ότι τα εγκλήματα κατά των Αρμενίων πρέπει να συζητηθούν από την τουρκική κοινή γνώμη. Αποτέλεσμα των δηλώσεών του ήταν να παραπεμφθεί στη δικαιοσύνη.

 

Στη δεκαετία του 2000, οι Ερντογάν και Νταβούτογλου προσπάθησαν να σκεπάσουν τη Γενοκτονία των Αρμενίων κάτω από την πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες».

Στα πλαίσια αυτής της ευρύτερης πολιτικής, που αφορούσε την ασφαλή διέλευση των αγωγών, Τουρκία και Αρμενία, υπό την πίεση των ΗΠΑ και της ΕΕ, υπέγραψαν το 2009 δύο Πρωτόκολλα, γνωστά ως Πρωτόκολλα της Ζυρίχης. Καμία χώρα δεν τα επικύρωσε. Η Τουρκία προσπάθησε να συνδέσει την επικύρωση με ικανοποίηση συμφερόντων της σε δύο σημαντικά ζητήματα: τη Γενοκτονία και το Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Για τη διεθνή κοινότητα, το Αρμενικό ζήτημα, για πολλά χρόνια, φαινόταν να είχε «λυθεί» με την εξόντωση των Αρμενίων και την απορρόφηση της Αρμενίας από τη Σοβιετική Ένωση. Αυτό άρχιζε να αλλάζει μισό αιώνα μετά. Χρονιά ορόσημο ήταν το 1965, όταν, με τη συμπλήρωση 50 χρόνων από τη Γενοκτονία, μεγάλες διαδηλώσεις σε όλον τον κόσμο φανέρωσαν ότι η μνήμη ήταν ζωντανή στη δεύτερη γενιά των Αρμενίων προσφύγων ανά τον κόσμο, από την Αργεντινή μέχρι τη Σοβιετική Ένωση και από τη Σουηδία μέχρι το Γιοχάνεσμπουργκ! Στο Ερεβάν, μια μεγαλειώδης διαδήλωση – πρωτοφανής για τα σοβιετικά δεδομένα – με τη συμμετοχή ενός εκατομμυρίου ανθρώπων, οι οποίοι φώναζαν μεταξύ άλλων «τα εδάφη μας!», ήρθε όχι μόνο να τονίσει το αίτημα για την αναγνώριση της Γενοκτονίας, αλλά και την αμφισβήτηση των συνόρων που είχαν επιβληθεί με τη Συνθήκη του Καρς.

Με πολύ δειλά βήματα κάποιες κυβερνήσεις και κοινοβούλια αρχίζουν να ασχολούνται με το ζήτημα και να προβαίνουν σε διάφορες μορφές αναγνώρισης της Γενοκτονίας και θεσμοθέτησης της 24ης Απριλίου ως ημέρας της μαύρης επετείου. Πολλοί ήταν οι ήρωες της αρμενικής διασποράς που αυτοκτόνησαν ή και αυτοπυρπολήθηκαν σε διάφορα σημεία του πλανήτη – ακόμη και μέσα στην ίδια την Τουρκία – για να φέρουν στην επιφάνεια τα δίκαια αιτήματα του αρμενικού λαού.

Σε κάθε χώρα δημιουργήθηκαν οργανώσεις, όπως η Αρμενική Εθνική Επιτροπή που αναλάμβανε το συντονισμό της δράσης τής κάθε αρμενικής κοινότητας σε κάθε χώρα και ασκούσε πιέσεις στην τοπική κυβέρνηση. Σε πολλές περιπτώσεις, μάλιστα, η Αρμενική Εθνική Επιτροπή τής Αμερικής πρωταγωνίστησε και σε θέματα που αφορούν τον Ελληνισμό, όπως το Κυπριακό και το Μακεδονικό.

Ασφαλώς, η υπόθεση και οι προσπάθειες αναγνώρισης της Γενοκτονίας και ανάδειξης του Αρμενικού ζητήματος διαφοροποιούνται με την ανεξαρτητοποίηση της Αρμενίας, το 1991.  Η συμμετοχή της ως κρατικής οντότητας σε όλους τους διεθνείς θεσμούς καλύπτει το κενό που υπήρχε από το 1920, καθώς η Σοβιετική Αρμενία δεν είχε τη δυνατότητα να ασκεί αυτόνομη εξωτερική πολιτική.

Η ανεξάρτητη Αρμενία – παρά τις αρχικές οικονομικές δυσκολίες και τον αποκλεισμό της από Τουρκία και Αζερμπαϊτζάν – μπόρεσε να ασκήσει μια ισορροπημένη εξωτερική πολιτική ανάμεσα σε Ρωσία και Η.Π.Α., με σταθερούς φίλους τόσο στην Ε.Ε., όσο και σε χώρες της Μέσης Ανατολής. 

Μέχρι το 2015, 25 χώρες έχουν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα αλλά και διεθνείς οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Κοινή Αγορά του Νότου (Mercosur).

Μόλις το 2015 η Γερμανία υπαναχώρησε από τη σταθερή μέχρι τώρα άρνησή της να χρησιμοποιήσει τον όρο «γενοκτονία» για την εξόντωση των Αρμενίων. «Η σφαγή των Αρμενίων πριν από 100 χρόνια υπήρξε γενοκτονία, το κλασικό παράδειγμα εθνοκάθαρσης, μαζικής καταστροφής και απέλασης», δήλωσε ο πρόεδρος της Γερμανίας Γιοακίμ Γκάουκ, κατά την διάρκεια επιμνημόσυνης δέησης που έγινε στο Βερολίνο στις 23 Απριλίου 2015.

Κυρίες και κύριοι,

Τότε, δεν μπορούσαμε να αποτρέψουμε τη Γενοκτονία. Σήμερα όμως μπορούμε να σταματήσουμε την πολιτική της λήθης. Σήμερα, μπορούμε να διασφαλίσουμε την αποκατάσταση της Δικαιοσύνης.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων, όπως κάθε γενοκτονία, δεν αφορά μόνο έναν λαό, αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα, είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Και είναι χρέος όλων μας να μην επιτρέψουμε ποτέ να επαναληφθούν παρόμοια εγκλήματα. Αυτό μπορούμε να το καταφέρουμε μόνο αν διατηρήσουμε ζωντανή, από γενιά σε γενιά, τη μνήμη των εγκλημάτων αυτών που αμαύρωσαν την ιστορία. Διότι η λήθη μπορεί να αποβεί τόσο μοιραία, όσο τα ίδια τα επαχθή αυτά εγκλήματα.

Αυτό που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας είναι ότι η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν είναι μια ιστορία, αλλά ενάμιση εκατομμύριο ξεχωριστές ιστορίες. Δεν είναι η ιστορία μας δολοφονίας που τελείωσε το 1918, αλλά κάθε φορά που κάποιος, άμεσα ή έμμεσα, αρνείται τη Γενοκτονία δολοφονεί ξανά και ξανά κάθε έναν από το ενάμιση εκατομμύρια άντρες, γυναίκες και παιδιά.

Κυρίες και κύριοι,

Όπως δήλωσε ο πρόεδρος τη χώρας Σερζ Σαρκισιάν ενάμιση εκατομμύριο μέλη της αρμενικής κοινότητας «σκοτώθηκαν μόνο και μόνο επειδή ήταν Αρμένιοι». Δυστυχώς, παρόμοιες νοοτροπίες εξακολουθούν να έχουν ρίζες στη σύγχρονη κοινωνία μας. Γι’ αυτό, αν δεν θέλουμε να ανθίσουν και πάλι, θα πρέπει να τα ξεριζώσουμε.

Πρέπει να εξαλείψουμε τα αίτια που τις προκαλούν.

Να υποστηρίξουμε το δικαίωμα στη διαφορετικότητα στο πλαίσιο μιας ανεκτικής και ανοικτής κοινωνίας.

Μόνον έτσι μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι δεν θα ξαναζήσουμε εμείς ή τα παιδιά μας ανάλογες μελανές και αποφράδες σελίδες της ιστορίας.

Σας ευχαριστώ.