Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δημιουργήθηκαν συνθήκες διεύρυνσης της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης στον τομέα της άμυνας. Η Ευρώπη, όμως, έδειξε απρόθυμη να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Κυρίως γιατί επικράτησε ο φόβος ότι μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε απομάκρυνση από το συνεργατικό πλαίσιο ασφάλειας που είχε εδραιωθεί μέσω του ΝΑΤΟ. Και θα οδηγούσε σε υιοθέτηση εθνικιστικών, ανταγωνιστικών, μη συνεργατικών προσεγγίσεων. Πολλοί Ευρωπαίοι φοβήθηκαν τότε ότι κάτι τέτοιο όχι μόνο θα στοίχιζε οικονομικά, αλλά θα επηρέαζε αρνητικά και άλλα πεδία συνεργασίας και τελικά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ήδη η ενίσχυση του γαλλογερμανικού άξονα και της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως αποτέλεσμα συμβιβασμού για την επανένωση της Γερμανίας είχε ανησυχήσει τους Βρετανούς. Ο Κολ και ο Μιτεράν είχαν συμφωνήσει όχι μόνο για την ΟΝΕ και το ευρώ, αλλά και για τη δημιουργία της ευρωπαϊκής αμυντικής ταυτότητας και τη σταδιακή μετεξέλιξη της γαλλογερμανικής ταξιαρχίας σε ευρωπαϊκό στρατό. Η βρετανική κυβέρνηση, φοβούμενη τον γαλλογερμανικό άξονα, προσπάθησε και πέτυχε να περιορίσει τον ευρωπαϊκό αμυντικό πυλώνα και να τον εντάξει στην Ατλαντική Συμμαχία. 

Οι νέες συνθήκες οδηγούν την Ευρωπαϊκή Ένωση σε επανεξέταση της πολιτικής της στον τομέα άμυνας και ασφάλειας. Καταρχάς οι εξελίξεις στις διατλαντικές σχέσεις. Ο Τραμπ μπορεί να αναδιπλώθηκε από τις αρχικές του τοποθετήσεις για το ΝΑΤΟ αλλά παραμένει απρόβλεπτος κι αυτό αυξάνει το αίσθημα ανασφάλειας στην Ευρώπη. Ολοένα και περισσότεροι Ευρωπαίοι, αφού εξάρουν τον ρόλο του ΝΑΤΟ και τονίσουν την ανάγκη συνεργασίας ΝΑΤΟ και ΕΕ, τονίζουν την ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης. Της δυνατότητας της Ευρώπης να ενεργεί μόνη όταν αυτό είναι αναγκαίο. Το Brexit και η αναβίωση του γαλλογερμανικού άξονα επισπεύδουν τις εξελίξεις προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά στις ευρωπαϊκές πολιτικές εξελίξεις. Η επικράτηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων απέναντι στις δυνάμεις του ευρωσκεπτικισμού και του λαϊκισμού σε μια σειρά από κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις δημιουργεί τις προϋποθέσεις αλλά και την αναγκαιότητα θεσμικών αλλαγών. Τον περασμένο Μάρτιο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τη Λευκή Βίβλο για το μέλλον της Ευρώπης. Η Λευκή Βίβλος ήταν μια πρώτη προσέγγιση στις προκλήσεις και στην πολυκρίση που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποτέλεσε το έναυσμα προβληματισμού για όλους τους τομείς του ευρωπαϊκού οικοδομήματος όπως και για τον τομέα της άμυνας.

Ο τρίτος παράγοντας αφορά στην κλιμάκωση των τρομοκρατικών χτυπημάτων σε ευρωπαϊκές πόλεις, την αυξανόμενη αστάθεια στην περιφέρεια της Ευρώπης, τις κυβερνοεπιθέσεις και άλλες απειλές. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες θέτουν το θέμα της ασφάλειας σε πρώτη προτεραιότητα και προκρίνουν «περισσότερη Ευρώπη» στον τομέα άμυνας και ασφάλειας.  

Σε μια εποχή που η οικονομική κρίση έχει αφήσει νωπό και βαθύ αποτύπωμα στην Ευρώπη, τα οικονομικά της άμυνας κυριαρχούν στη συζήτηση. Αυτό σημαίνει συσχέτιση των αμυντικών δαπανών με την αμυντική ικανότητα. Συνέργεια δυνάμεων για οικονομίες κλίμακας, συντονισμό στις αμυντικές δαπάνες των κρατών μελών, εναρμόνιση της αμυντικής βιομηχανίας και συνεργασία στον τομέα έρευνας και τεχνολογίας στην αμυντική βιομηχανία. Πρακτικά, δηλαδή, τη δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς στο τομέα άμυνας και ασφάλειας.

Σ’ αυτήν τη διαδικασία η Ελλάδα έχει ζωτικό συμφέρον να είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα παραγωγής αλλά και κατανάλωσης ασφάλειας.