Η πολιτική της δικτατορίας των συνταγματαρχών στο Κυπριακό ήταν εξαρχής τυχοδιωκτική, με αποκορύφωμα το προδοτικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974.

Το ‘54 ο Γιώργος Θεοτοκάς έγραφε ότι ο αγώνας για την Κύπρο θα έπρεπε να δοθεί μέσα στο δυτικό συμμαχικό πλαίσιο. Χωρίς τη διατήρηση των δεσμών με τη Δύση δεν θα μπορούσε να υπάρξει ευνοϊκή λύση. Αυτή την πολιτική του πραγματισμού ακολούθησε ο Καραμανλής, που επεδίωξε και τελικά πέτυχε ρεαλιστική λύση με τις Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Κατηγορήθηκε τότε, από εθνικιστικά στοιχεία στην Κύπρο και την Ελλάδα αλλά και από μερίδα του Κέντρου, για την «προδοσία της Ζυρίχης». Μετά την κατάρρευση των Συμφωνιών της Ζυρίχης εγκαταλείφθηκε η πολιτική του ρεαλισμού στο Κυπριακό.

Η κατάλυση της δημοκρατίας από τους συνταγματάρχες έφερε τη διεθνή απομόνωση της χώρας. Η Συμφωνία με την ΕΟΚ πάγωσε, ενώ η Ελλάδα, κατ’ ουσίαν, αποβλήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ακόμη και η ανοχή του αμερικανικού παράγοντα απέναντι στη χούντα δεν αποτελούσε πρόκριμα για μονομερείς ενέργειες στην εξωτερική πολιτική που θα άλλαζαν τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η απομόνωση και τα όρια της χούντας φάνηκαν από τον Νοέμβριο του ‘67 και την κρίση της Κοφίνου. Η Τουρκία και τότε απείλησε με εισβολή την Κύπρο και με πόλεμο την Ελλάδα. Μετά την παρέμβαση των Αμερικανών η χούντα αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αποσύροντας την ελληνική μεραρχία από το νησί.

Το ‘67 ήταν ουσιαστικά ο πρόλογος των γεγονότων του ‘74. Έδειξε τα όρια της δικτατορίας, τις προθέσεις της Τουρκίας, την πολιτική του διεθνούς παράγοντα και τις συνέπειες της άγνοιας των συσχετισμών. Οι προειδοποιήσεις προς το καθεστώς ήταν συνεχείς. Σημαίνοντες διπλωμάτες, όπως ο Άγγελος Βλάχος και ο Ιωάννης Τζούνης έφθασαν να παραιτηθούν από το υπουργείο Εξωτερικών. Ο Αβέρωφ, σε υπόμνημά του προς τον Γκιζίκη, τον Απρίλιο του ‘74, προειδοποιούσε για τις καταστροφικές συνέπειες της πολιτικής της χούντας στο Κυπριακό. Κατέληγε με τη μομφή ότι, σε περίπτωση πολέμου, το καθεστώς δεν  θα μπορούσε να κάνει ούτε επιστράτευση.

Ο ίδιος ο Μακάριος, στις 2 Ιουλίου του ‘74, με μια δραματική  επιστολή του προς τον Γκιζίκη κατήγγειλε «την εκτεινομένην αοράτως εξ Αθηνών χείρα, αναζητούσαν προς αφανισμόν την ανθρωπίνην ύπαρξίν» του. Κατηγορώντας τη χούντα ότι είχε μετατρέψει την Εθνική Φρουρά σε «εκτροφείο παρανόμων και κέντρο συνομοσιών κατά του κράτους». Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι στην κρίση της Κοφίνου ο Μακάριος είχε σθεναρά επιμείνει για τη διατήρηση της Εθνικής Φρουράς. Παρά τις προειδοποιήσεις, η χούντα προχώρησε στο προδοτικό πραξικόπημα δίνοντας στην Τουρκία το πρόσχημα για μια προαναγγελθείσα εισβολή και εθνική καταστροφή.