Βρισκόμαστε σε μια ακροσφαλή ιστορική περίοδο μεγάλων αλλαγών σε πλανητικό επίπεδο. Η μετατροπή του άναρχου διεθνούς συστήματος σε οργανωμένη διεθνή κοινωνία μέσα από την επέκταση της δυτικής φιλελεύθερης τάξης αποδείχθηκε χίμαιρα. Επιστρέφουμε σε ένα κρατοκεντρικό περιβάλλον ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων με αλλαγές στη διεθνή κατανομή της ισχύος. Αυτές οι συστημικές αλλαγές συνυπάρχουν διαλεκτικά με τις σαρωτικές δομικές αλλαγές της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, των μεταναστευτικών ρευμάτων, της κλιματικής αλλαγής.

Είμαστε σε μια μεσοπερίοδο της ιστορίας, όπου oι παραδοχές του χθες δεν ισχύουν πια. Για μικρά κράτη-έθνη, όπως η Ελλάδα, αυτές οι μεταβατικές περίοδοι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες.

Η χώρα μας, αποδυναμωμένη από μια πολύχρονη κρίση, αντιμετωπίζει την κλιμακούμενη απειλή της Τουρκίας. Η Τουρκία χαρακτηρίζεται αυτήν την εποχή από μια «υπερχείλιση γεωπολιτικού δυναμικού». Επιδιώκει επέκταση και διεξόδους σε ευρύτερους χώρους. Δεν κανοναρχείται, πλέον, ούτε από τις ορίζουσες ούτε και από τους περιορισμούς του διπολισμού του Ψυχρού Πολέμου ή του μεταψυχροπολεμικού αμερικανικού μονοπολισμού. Αντίθετα, σε ένα πολυπολικό περιβάλλον μεγάλων δυνάμεων αυτοπροσδιορίζεται ως μια μεγάλη δύναμη του συστήματος. Συνομιλεί επί ίσοις όροις με τη Ρωσία, την Αμερική, την Κίνα. Η ευρωπαϊκή της προοπτική έχει προ πολλού ενταφιαστεί. Συμβαδίζει με τη Δύση μόνο επιλεκτικά, όταν συμπίπτουν τα συμφέροντα της.

Η Νέα Τουρκία έχει φέρει σε στρατηγική αμηχανία τη Δύση. Η πολιτική της «εξημέρωσης» και του ελέγχου της Τουρκίας μέσα από την ενσωμάτωσή της στους δυτικούς θεσμούς είναι ένα αδειανό πουκάμισο. Η Δύση αρκείται, πλέον, στο να κατευνάζει την Τουρκία για να περισώσει ότι μπορεί από τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα της.

Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο στη δική μας περίπτωση. Πρώτον, γιατί είμαστε οι κύριοι αποδέκτες του τουρκικού επεκτατισμού. Δεύτερον, γιατί πέραν από δηλώσεις συμπάθειας, η Δύση, κατ’ ουσίαν τηρεί πολιτική ίσων αποστάσεων. Τρίτον, γιατί εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε μια δικαιοταξία που υποχωρεί.

Σπεύδουμε να μιλήσουμε για συνεκμετάλλευση και Χάγη, και να τα βρούμε με τη Τουρκία. Ενώ γνωρίζουμε ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να συμφωνήσει σε προσφυγή στη Χάγη για τα μόνα ουσιαστικά ζητήματα προς διευθέτηση (δηλ. υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ). Η Τουρκία, με συνέπεια και συνέχεια, κλιμάκωσε τις διεκδικήσεις της από το ‘74 μέχρι σήμερα. Και σήμερα, επιδιώκει συνολική αναθεώρηση του status quo στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Θεωρεί ότι οι συνθήκες της επιτρέπουν να κεφαλαιοποιήσει τις διεκδικήσεις της. Γιατί η επιστροφή σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα, η ανοχή στη προβολή ισχύος και χρήση βίας, και η δική μας αδυναμία της επιτρέπουν να προχωρήσει.

Με αυτήν την ανεξέλεγκτη Τουρκία δεν είναι εφικτός ούτε καν ένας έντιμος συμβιβασμός.

Οι λύσεις δεν είναι ούτε πολλές ούτε εύκολες. Οι επικλήσεις του διεθνούς δικαίου δεν θα μας σώσουν όπως δεν έσωσαν τους Μήλιους. Η συμμετοχή στην Ενωμένη Ευρώπη, δυστυχώς, δεν επαρκεί στη νέα εποχή. Θα πρέπει να εμβαθύνουμε και να αξιοποιήσουμε στο έπακρον τις  διμερείς συμμαχίες. Η αναβάθμιση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ελλάδα δεν μπορεί να μην συνοδεύεται από χειροπιαστές εγγυήσεις για την ακεραιότητα της χώρας.

Θα πρέπει, κατεπειγόντως, να ενισχύσουμε την αποτρεπτική ισχύ της χώρας με «έξυπνους τρόπους».

“Με ντουφέκι και παζάρι” ήταν η εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου στις δύσκολες ιστορικές περιόδους.

πηγή: εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", στήλη "ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ"