Η εξωτερική πολιτική της Προεδρίας Μπάϊντεν θα  διαφέρει σημαντικά από την κλασσική φιλελεύθερη διεθνιστική πολιτική προηγούμενων διοικήσεων των δημοκρατικών. 

Κι αυτό γιατί οι δραματικές αλλαγές, τόσο στο διεθνές στερέωμα, όσο και στο εσωτερικό της Αμερικής, απαιτούν μια διαφορετική προσέγγιση. Οι δημοκρατίες είναι σε υποχώρηση, και η διεθνής πολιτική έχει επιστρέψει σε ένα Χομπσιανό περιβάλλον ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Το μοντέλο του αυταρχικού καπιταλισμού των αναθεωρητικών δυνάμεων αυτού του πολυκεντρικού κόσμου βρίσκει μιμητές ακόμη και στη Δύση. Το πολιτικό διακύβευμα δεν είναι πλέον η διάδοση της δημοκρατίας αλλά η διάσωση της δημοκρατίας. Πόσο μάλλον όταν η ίδια η προεδρία Τραμπ έχει καταρρακώσει και απονομιμοποιήσει την ίδια την αμερικανική δημοκρατία.

Οι πολλαπλές εσωτερικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Αμερική θα απορροφήσουν, άλλωστε, πολλή από την ενέργεια της διοίκησης Μπάϊντεν.

Η Προεδρία Τραμπ σηματοδότησε το τέλος ενός ενάρετου κύκλου οικοδόμησης και εξάπλωσης της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Ο Τραμπ εξέφρασε πολιτικά την κόπωση της αμερικανικής κοινής γνώμης με τις συνεχείς διεθνείς παρεμβάσεις και με το άνισο οικονομικό μέρισμα του διεθνισμού και της παγκοσμιοποίησης.

Ο Τραμπ, που δεν θα εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή, θα υπενθυμίζει στην κοινή γνώμη ότι η Αμερική δεν ενεπλάκη ούτε σε έναν πόλεμο στην διάρκεια της προεδρίας του. Και ότι η  προστατευτική οικονομική πολιτική που ακολούθησε ήταν προς όφελος των αμερικανών εργατών.         

Η στρατηγική της διοίκησης Μπάϊντεν θα περιλαμβάνει αρκετά από τα κλασσικά χαρακτηριστικά της φιλελεύθερης δημοκρατικής πολιτικής. Θα σημάνει την επιστροφή στην πολυμερή διπλωματία και τους διεθνείς θεσμούς, την επαναβεβαίωση των συμμαχιών, και την διαβούλευση με τους εταίρους. Θα επαναφέρει τις αξίες της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην εξωτερική πολιτική.

Οι δημοκρατικοί κατανοούν, όμως, ότι μετά την προεδρία Τραμπ, μια παρεμβατική εξωτερική πολιτική αποκομμένη από τα εσωτερικά πολιτικά αιτήματα δεν θα έχει την αποδοχή και την στήριξη της κοινής γνώμης.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπάϊντεν κάνει συχνές αναφορές στην περίοδο Ρούζβελτ.

Η μεταπολεμική φιλελεύθερη τάξη είχε αφετηρία την εφαρμογή των αρχών του New Deal και σε διεθνές επίπεδο. Αυτές τις αρχές αποτύπωσαν ο Ρούζβελτ και ο Τσώρτσιλ στο Σύμφωνο του Ατλαντικού του 1941. Που προέβλεπε, ανάμεσα στα άλλα, “μια διεθνή οικονομική συνεργασία με στόχο την διασφάλιση βελτιωμένων εργασιακών σχέσεων, οικονομικής προόδου, και κοινωνικής ασφάλισης». Από εκεί άντλησε τη νομιμοποίηση της η μεταπολεμική αμερικανική στρατηγική.

Ο Μπάϊντεν και το επιτελείο του αναφέρονται σε ένα New Deal, στην εσωτερική και στην εξωτερική πολιτική, για τον 21ο αιώνα. Ο Μπάϊντεν παρουσιάζοντας τον νέο σύμβουλο εθνικής ασφάλειας αναφέρθηκε χαρακτηριστικά, σε μια πολιτική εθνικής οικονομικής ασφάλειας, που θα έχει χειροπιαστά oφέλη για  την μεσαία τάξη και τους πολίτες της Αμερικής.

 Από την άλλη πλευρά, ο νέος ΥΠΕΞ προαναγγέλει ένα νέο συνασπισμό δημοκρατιών. Ο συνασπισμός αυτός, όμως, θα είναι αμυντικογενής με στόχο την διάσωση της δημοκρατίας και την ανάσχεση του αυταρχισμού παρά την εξάπλωση των δημοκρατιών. Η προεδρία Μπάϊντεν θα αποστεί από τον παραδοσιακό ιεραποστολικό φιλελεύθερο ιδεαλισμό.

Η περιχαράκωση της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης, μια διεθνής οικονομική πολιτική με εσωτερικούς αποδέκτες, και μια πολιτική επιλεκτικού παρεμβατισμού θα είναι το μίγμα της πολιτικής Μπάϊντεν για την Αμερική “που επιστρέφει”. 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Τα Νέα'' στη στήλη "ΑΝΤΙΛΟΓΟΣ" στις 05-12-2020.

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλοςείναι καθηγητής στην έδρα Κωνσταντίνος Καραμανλής, στην σχολή Fletcher, του Πανεπιστημίου Tufts, πρώην υπουργός.