Το βιβλίο του Μόντιγκλ Στερνς, που εκδόθηκε μετά θάνατον χάρη στις συγκινητικές προσπάθειες της συζύγου του, κάνει μια κριτική αλλά δίκαιη αποτίμηση της πολιτικής πορείας του Ανδρέα Παπανδρέου. Στην πραγματικότητα το βιβλίο που Στερνς εμπεριέχει τρία παράλληλα αφηγήματα.

Το πρώτο αφορά την περίπλοκη σχέση του Ανδρέα με τον πατέρα του, Γεώργιο Παπανδρέου. Μια σχέση που δοκιμάζεται από το διαζύγιο των γονιών του, και την αποχώρηση του πατέρα από την οικογενειακή εστία, μέχρι την τελική πολιτική σύγκρουση. Ο Στερνς ψηλαφεί προσεκτικά την περίπλοκη αυτή σχέση ανάμεσα στους δύο. Είναι μια σχέση αγάπης και σεβασμού αλλά μια σχέση ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, πάντως, καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες για να επαναπατρίσει τον Ανδρέα ως συνεχιστή μιας πολιτικής δυναστείας. Θα το καταφέρει το 1959, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα προσκαλέσει τον Ανδρέα να αναλάβει το ΚΕΠΕ.

Ο αμερικανοσπουδαγμένος Ανδρέας, έχει διαφορετικές αντιλήψεις και πιο ριζοσπαστικές ιδέες από τον πατέρα του που είναι πολιτικός παλαιάς κοπής. Ο Γεώργιος Παπανδρέου θα εξομολογηθεί χαρακτηριστικά κάποια στιγμή στον Βάσσο Λυσσαρίδη για τον Ανδρέα, «Γιατί μιλάει για την ανατροπή του κατεστημένου; Δεν καταλαβαίνει ότι το κατεστημένο είμαι εγώ;» (σελ. 132). Οι διαφορές αυτές θα τους οδηγήσουν τελικά σε σύγκρουση.

Το δεύτερο αφήγημα αφορά αυτό που ο Στερνς αποκαλεί την εσωτερική διαπάλη του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Στερνς περιγράφει τη ματαμόρφωση ενός επιτυχημένου και προοδευτικού αμερικανού οικονομολόγου σε έναν οξύ έλληνα πολιτικό, με πύρινη ρητορική. (σελ. XVI). Πως μεταμορφώνεται σιγά – σιγά και αποκτά στοιχεία του πατέρα του και στην πολιτική αλλά και στην προσωπική του ζωή (σελ. XXIV).

Το τρίτο αφήγημα αφορά τη ματιά του Στερνς στα γεγονότα της κρίσιμης μεταπολεμικής περιόδου, όπως τα είδε μέσα από τις τρεις θητείες του στην Αθήνα. Στην περίοδο αυτή τοποθετεί και τη σχέση του Ανδρέα με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην πρώτη συνάντησή τους ο νεόφερτος από την Αμερική Ανδρέας μιλάει στον Στερνς για τον Καραμανλή με κολακευτικά λόγια. Τον θεωρεί «διορατικό ηγέτη που βάζει το εθνικό πάνω από το κομματικό συμφέρον» (σελ. 59).

Οταν βαθύνει η ανάμειξη του Ανδρέα στα πολιτικά πράγματα, η σχέση των δύο ανδρών θα δοκιμαστεί.

Ο Στερνς φωτίζει τους δεσμούς της CIA με το Παλάτι και περιγράφει πώς μηχανορραφούσαν για να αλλάξουν το εκλογικό σύστημα που είχε φέρει την ΕΔΑ δεύτερη δύναμη του πολιτικού συστήματος το 1958. Ο Στερνς εξηγεί πως προσπάθησαν, ανεπιτυχώς, να πείσουν τον Ανδρέα μέσω του διαδόχου Κωνσταντίνου να επηρεάσει τον πατέρα του προς αυτήν την κατεύθυνση (σελ. 67-70).

Τα σχέδια αυτά ανέτρεψε ο Καραμανλής με μια αιφνιδιαστική κίνηση προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές για τον Οκτώβριο του 1961 με το ισχύον εκλογικό σύστημα (σελ. 71-72).

Οπως λέει ο Στερνς, ο Καραμανλής «ήταν καλά εκπαιδευμένος ώστε να γνωρίζει πώς και πότε να κρατάει αποστάσεις από το Παλάτι, την Ακροδεξιά και τους Αμερικανούς. Καταλάβαινε ότι στον εικοστό αιώνα οι πολιτικές ισορροπίες του Ψυχρού Πολέμου ήταν πάντοτε ένας παράγοντας στην ελληνική πολιτική και ήταν πραγματιστής στις μεθόδους του, ώστε να κρατάει και τα δυο σε ισορροπία και τον εαυτό του στην εξουσία» (σελ. 77).

Η εκλογική επικράτηση της ΕΡΕ θα αμφισβητηθεί από την ΕΚ και τον Ανδρέα. Ο Στερνς περιγράφει τις έντονες συζητήσεις του με τον Ανδρέα για την έκταση των παρατυπιών, για τις κατηγορίες του «για βία και νοθεία» (σελ. 75). Αναφέρει μάλιστα την παραίνεσή του στον Ανδρέα να συμβουλεύσει τον πατέρα του να καταφύγει στα δικαστήρια για τη διερεύνηση τυχόν παρατυπιών (σελ. 75).

Το επίσημο τηλεγράφημα της πρεσβείας ήταν χαρακτηριστικό: «…ουδείς σοβαρός παρατηρητής της ελληνικής πολιτικής σκηνής πιστεύει ότι ο Παπανδρέου και ο ανομοιογενής συνασπισμός του διαθέτουν όση λαϊκή εμπιστοσύνη διαθέτει ο Καραμανλής…» (σελ. 76).

Σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα οδήγησαν στην κλιμάκωση της αντισυστημικής ρητορικής του Ανδρέα, η οποία έγινε απειλητική. Αυτός ο αντισυστημισμός μπορεί εύκολα να απορροφηθεί από μια κοινωνία μεγάλης κινητικότητας και ευημερίας, όπως η Αμερική, γράφει ο Στερνς. Χωρίς να οδηγήσει στην αναρχία ή την πτώση της αμερικανικής δημοκρατίας (σελ. 132-133). Στην Ελλάδα αυτό ήταν δύσκολο. Και στην Αμερική, να προσθέσω, όπως αποδείχθηκε με τον Τραμπ και τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου.

Η μεταπολίτευση θα φέρει τον Ανδρέα πολιτικά αντιμέτωπο με τον Καραμανλή. «Η φήμη του Καραμανλή, όμως, για αποτελεσματική διακυβέρνηση, τον έκανε την αναπόφευκτη επιλογή για να μπει ένα τέλος στο χάος που είχε κληροδοτήσει η χούντα στο έθνος» (σελ. 89).

Ο Στερνς περιγράφει τα επιτεύγματα του Καραμανλή στη μεταπολίτευση, το πολιτειακό, το νέο Σύνταγμα, την ένταξη στην ΕΟΚ, λέγοντας ότι ήταν «σκληρή δουλειά» (σελ. 93).

Ο Ανδρέας και το ΠΑΣΟΚ θα έλθουν τελικά στην εξουσία το 1981 και ο Στερνς θα επιστρέψει στην Αθήνα ως πρέσβης πλέον. Η Αθήνα ζει τις μέρες της «Αλλαγής» και η Ουάσιγκτον το απόγειο του Ψυχρού Πολέμου στη ριγκανική εποχή. Αποκλίσεις από τη δυτική ορθοδοξία δεν συγχωρούνται. Θα χρειαστεί μεγάλη διπλωματική δεξιοτεχνία και καθαρό μυαλό για να διατηρηθεί αλώβητη η παραδοσιακή σχέση δύο συμμαχικών χωρών την εποχή εκείνη. Ευτυχώς ο Στερνς διέθετε και τα δύο.

Ο Ανδρέας αναδιπλώνεται μεν όσον αφορά τις διακηρύξεις του για έξοδο από ΕΟΚ και ΝΑΤΟ αλλά θα συνεχίσει την εμπρηστική ποπουλίστικη ρητορική. Η εγγυητική παρουσία του Καραμανλή στην προεδρία της Δημοκρατίας, όμως, θα λειτουργήσει ως δικλίδα ασφαλείας στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Τη συγκατοίκηση αυτή θα ανατρέψει ο Ανδρέας το 1985. Ο Ανδρέας προσπαθεί να εξηγήσει, και στον Στερνς, τους λόγους για την αιφνίδια μεταστροφή του. Την αποδίδει στην αντίδραση των στελεχών του ΠΑΣΟΚ στην υποψηφιότητα του Καραμανλή. Δεν τον πείθει. «Θα μπορούσε απλά να μην μου έχει πει τίποτα», αναφέρει χαρακτηριστικά (σελ. 125).

Οι δύο άνδρες θα ξανασυναντηθούν το 1993 λίγο πριν ο Ανδρέας ξαναγίνει πρωθυπουργός και συναντήσει και πάλι τον Καραμανλή σε μια νέα συγκατοίκηση. Στη συνάντηση αυτή ο Ανδρέας θα αναφερθεί απαξιωτικά στους επίδοξους διαδόχους του και ανάμεσα σε αυτούς και στον Κώστα Σημίτη. Τον μόνο που θα αναγνωρίσει ως έχοντα ηγετικά προσόντα είναι ο Γιώργος Γεννηματάς.

Η τελική ετυμηγορία του Στερνς για τον Ανδρέα είναι ανάμεικτη. Δεν αμφισβητεί τον σοσιαλιστικό ιδεαλισμό του για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Του πιστώνει τη συμβολή στην εθνική συμφιλίωση, στην εμβάθυνση του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής συνοχής. Του χρεώνει, όμως, ότι δεν προχώρησε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, ότι δεν χτύπησε το πελατειακό κράτος. Περιγράφει με θαυμασμό τη λαμπρή ακαδημαϊκή του πορεία. Δεν αμφισβητεί το χάρισμα που διέθετε ούτε τις ηγετικές του ικανότητες. Είναι, ίσως, το μέγεθος αυτών των δυνατοτήτων που κάνουν το έργο του να φαίνεται ελλειμματικό και την υστεροφημία του αμφιλεγόμενη στα μάτια του Στερνς.

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα 'ΤΑ ΝΕΑ" την 17/04/2021 και στην ιστοσελίδα in.gr την 19/04/2021.