Ο καθηγητής της Εδρας «Καραμανλή» της Σχολής Fletcher του πανεπιστημίου Tufts Βοστώνης και πρώην υπουργός Παιδείας της Ελλάδος Δρ. Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, με αποκλειστική του συνέντευξη στον «Εθνικό Κήρυκα» αναλύει τον πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας. Αναφέρεται στο σκεπτικό του Πούτιν, στις λάθος εκτιμήσεις τους, στον αυτοεγκλεισμό του σε αδιέξοδα που ο ίδιος δημιούργησε.

Τόνισε ότι «ο πρόεδρος Μπάιντεν έπραξε σοφά να μην ακολουθήσει τη ρωσική ηγεσία σε αυτή την κλιμάκωση. Εάν το είχε πράξει, η ανθρωπότητα θα βρισκόταν σε μία ισορροπία του τρόμου, στο χείλος ενός πυρηνικού πολέμου».

Στην ερώτηση «αναμένατε τον πόλεμο ή είχατε πεισθεί από τις διαβεβαιώσεις του Πούτιν περί του αντιθέτου;», ο κ. Αρβανιτόπουλος είπε: «Ο Πούτιν δεν έκρυψε ποτέ τη δυσανεξία του για τη μεταψυχροπολεμική ισορροπία. Θεωρεί ότι η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης ήταν μια μεγάλη γεωπολιτική καταστροφή. Εχει επινοήσει ένα ιστορικό αφήγημα με το οποίο δαιμονοποιεί τη Δύση και θυματοποιεί τη Ρωσία. Οι συνολικές αιτιάσεις του απέναντι στο μεταψυχροπολεμικό status quo εκφράστηκαν για πρώτη φορά στη γνωστή ομιλία του στο Μόναχο το 2007. Ήταν μία προειδοποίηση για όσα θα ακολουθούσαν στη Γεωργία το 2008, με την απόσχιση της Νότιας Οσετίας και της Αμπχαζίας, και στην Ουκρανία το 2014, με την προσάρτηση της Κριμαίας και τις αναταραχές στο Ντονμπάς. Ο Πούτιν δοκίμασε τα όρια της αμερικανικής αντίδρασης στη Γεωργία, στην Κριμαία και στο Συριακό. Ερμήνευσε τη στροφή της Αμερικής στην Ασία, τις απαξιωτικές αναφορές του Τραμπ για το ΝΑΤΟ και τους Ευρωπαίους συμμάχους, και την άτακτη αποχώρηση από το Αφγανιστάν ως μείωση του αμερικανικού ενδιαφέροντος για την Ευρώπη. Ερμήνευσε, ενδεχομένως, την ενεργειακή εξάρτηση της Γερμανίας από τη Ρωσία ως συνολική αλλαγή στάσης. Και τη διακήρυξη της Ευρώπης για στρατηγική αυτονομία ως απαρχή αποσύνδεσης των δύο πλευρών του Ατλαντικού (decoupling). Ο Πούτιν θεώρησε λανθασμένα ότι οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούσαν τη διαίρεση και την παρακμή της Δύσης. Αυτό τον οδήγησε σε ένα σοβαρό στρατηγικό σφάλμα και έναν απρόκλητο πόλεμο».

Αναφορικά με το πού και πώς βλέπει την έκβαση του πολέμου, απάντησε πως «βρισκόμαστε ήδη στην τρίτη εβδομάδα του πολέμου και τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως υπολόγιζε ο Πούτιν. Και αυτό γιατί η απόφασή του βασίστηκε σε μία σειρά από λανθασμένες εκτιμήσεις. Πρώτον, ο Πούτιν δεν ανέμενε τη σθεναρή αντίσταση του ουκρανικού λαού και της ηγεσίας του. Υποτίμησε τη βούληση και την επιθυμία του ουκρανικού λαού να θυσιαστεί για την ανεξαρτησία του, για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας του, για την ελευθερία των επιλογών του και για το δημοκρατικό του πολίτευμα. Δεύτερον, δεν ανέμενε την αρραγή ενότητα και τη σθεναρή αντίδραση της Δύσης. Με τον απρόκλητο πόλεμο κατόρθωσε να συσπειρώσει τη Δύση, να συσφίξει τις ευρωατλαντικές σχέσεις και να επανεδραιώσει τη σημασία και τον λόγο ύπαρξης του ΝΑΤΟ. Η Αμερική ενισχύει και πάλι την παρουσία της στην ευρωπαϊκή ήπειρο με εξοπλισμό, στρατό και εγγυήσεις. Η Ευρώπη επανεξετάζει την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία. Οι διαχωριστικές γραμμές επαναχαράσσονται, αυτή τη φορά ανάμεσα στις δημοκρατίες και στα αυταρχικά καθεστώτα. Για τους λόγους αυτούς, ενώ ο Πούτιν ήλπιζε ότι θα έφτανε στο Κίεβο σε 3 ημέρες, βρίσκεται τώρα καθηλωμένος σε έναν καταστροφικό πόλεμο αντιμέτωπος είτε με μία εξευτελιστική ήττα είτε με μία πύρρειο νίκη».

Οταν ρωτήσαμε τον καθηγητή κ. Αρβανιτόπουλο πόσο σοβαρά, νομίζει, πρέπει να εκλάβει ο ελεύθερος κόσμος την απειλή του Πούτιν για τα πυρηνικά όπλα, απάντησε πως «η κίνηση του Πούτιν να θέσει σε ετοιμότητα το πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας, από τις πρώτες κιόλας ημέρες του πολέμου, δείχνει δύο πράγματα. Πρώτον, την έλλειψη εμπιστοσύνης του Πούτιν στην αποτελεσματικότητα των συμβατικών δυνάμεων του ρωσικού στρατού. Κάτι, άλλωστε, που καταδεικνύουν οι χτυπητές αδυναμίες της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης, τόσο σε επίπεδο στρατηγικού σχεδιασμού, όσο και σε επίπεδο επιχειρησιακής υλοποίησης. Για τον λόγο αυτόν, η απειλή του ήταν ένας επιπλέον εκβιασμός προς την ουκρανική ηγεσία και τον ουκρανικό λαό με στόχο την άμεση συνθηκολόγησή τους. Επιπλέον, επισείοντας την απειλή του πυρηνικού πολέμου, ο Πούτιν ήθελε να διασφαλίσει ότι το ΝΑΤΟ και η Αμερική δεν θα εμπλακούν στρατιωτικά στον πόλεμο της Ουκρανίας. Ο πρόεδρος Μπάιντεν έπραξε σοφά να μην ακολουθήσει τη ρωσική ηγεσία σε αυτήν την κλιμάκωση. Εάν το είχε πράξει, η ανθρωπότητα θα βρισκόταν σε μία ισορροπία του τρόμου, στο χείλος ενός πυρηνικού πολέμου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η πυρηνική ομπρέλα της Δύσης παρέχει την απαραίτητη αποτρεπτική ικανότητα ώστε ο Πούτιν να μην διανοηθεί να ανοίξει την πόρτα του ‘πυρηνικού φρενοκομείου’».

Στην ερώτηση πόσο ανησυχεί για την επέκταση του πολέμου και σε άλλες χώρες, ο κ. Αρβανιτόπουλος απάντησε πως «από την πρώτη ημέρα του πολέμου η Αμερική, η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ κατέστησαν σαφές ότι δεν θα εμπλακούν στρατιωτικά στον πόλεμο της Ουκρανίας γιατί κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια στιγμή, όμως, με αποφασιστικότητα και βούληση που δεν επιδέχονται παρερμηνείες τράβηξαν τις αποτρεπτικές κόκκινες γραμμές στα σύνορα των ανατολικοευρωπαϊκών ΝΑΤΟϊκών χωρών. Με άλλα λόγια, εάν ο Πούτιν διανοηθεί να επεκτείνει τον τυχοδιωκτικό του πόλεμο σε ευρωπαϊκό ΝΑΤΟϊκό έδαφος, αυτό αυτομάτως θα σημάνει την ενεργοποίηση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ και Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο με υπαιτιότητά του. Εκτιμώ, όμως, ότι η διπλωματική απομόνωση της Ρωσίας μετά τον πόλεμο, οι επιχειρησιακές αδυναμίες του ρωσικού στρατού, η αντίδραση της ρωσικής κοινής γνώμης και η αποτρεπτική ισχύς του ΝΑΤΟ έχουν ακυρώσει μία τέτοια πιθανότητα».

Ερωτηθείς ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος του γι’ αυτόν τον πόλεμο, είπε «οι αδιάκριτοι βομβαρδισμοί εναντίον αμάχων και ο φόρος αίματος αυτού του απρόκλητου πολέμου είναι οι πιο αποκρουστικές συνέπειές του. Πέρα όμως από την καταστροφή που φέρνει αυτός ο πόλεμος, υπάρχουν δύο επιπλέον ανησυχητικά στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι, ο Πούτιν βρίσκεται αυτή τη στιγμή εγκλωβισμένος σε έναν πόλεμο με κακή γι’ αυτόν εξέλιξη, αλλά έναν πόλεμο που δεν έχει την πολυτέλεια ο ίδιος να χάσει. Για λόγους που έχουν να κάνουν με την υστεροφημία του καθώς και την επιβίωση του ίδιου του του καθεστώτος. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διπλωματική του απομόνωση, δημιουργούν φόβους για κλιμάκωση από τη μεριά του και λανθασμένους χειρισμούς, αυτό που στη στρατηγική αποκαλούμε ‘σύνδρομο Σαμψών’. Το δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με τη σχέση Ρωσίας – Κίνας. Ιστορικά, τα στρατηγικά συμφέροντα των δύο αυτών δυνάμεων αποκλίνουν. Η σχέση τους στην παρούσα φάση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια λυκοφιλία. Τους ενώνει ο κοινός εχθρός που είναι η Δύση. Εάν αυτή η συναντίληψη, όμως, οδηγήσει σε μία στρατηγική συμμαχία αυτό θα σημάνει την έναρξη ενός νέου Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις δημοκρατίες της Δύσης και τα αυταρχικά καθεστώτα της Ρωσίας και της Κίνας. Αυτός θα είναι ένας Ψυχρός Πόλεμος σε όλα τα επίπεδα, μακράς διάρκειας, ακόμη πιο περίπλοκος από τον Ψυχρό Πόλεμο, που η Δύση για να κερδίσει θα πρέπει να διατηρήσει την αρραγή της ενότητα».

Στην ερώτηση «πόσο πρέπει να ανησυχεί η Ελλάδα για μία πιθανή επέκταση του πολέμου στον οποίο θα εμπλακεί και η ίδια;» ο κ. Αρβανιτόπουλος υπογράμμισε πως «η Ελλάδα ανήκει στη Δύση. Είναι μέλος των ευρωατλαντικών θεσμών και γενέτειρα της δημοκρατίας και του Δυτικού πολιτισμού. Η θέση της σε αυτόν τον πόλεμο είναι ξεκάθαρη, χωρίς υποσημειώσεις, χωρίς συμψηφισμούς και χωρίς ίσες αποστάσεις. Μας συνδέει με τη Δύση κοινότητα αξιών και συμφερόντων. Στη νέα διαίρεση του κόσμου που προβάλει μπροστά μας ανάμεσα στις δημοκρατίες και τα απολυταρχικά καθεστώτα, είναι ξεκάθαρο πού ανήκουμε».

*Συνέντευξη στην εφημερίδα "ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ", στον δημοσιογράφο Θ. Καλμούκο στις 18/3/2022.