Η εκλογή του ΠτΔ αναδεικνύεται σε σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Γιατί αυτή η δυστοκία; Η κοινή λογική λέει ότι ο  ρόλος του ΠτΔ με τις αρμοδιότητες που του παρέχει το Σύνταγμα είναι μάλλον διακοσμητικός. Χωρίς δυνατότητες παρέμβασης σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα. Η αστική λογική λέει ότι για λόγους συμβολικών ισορροπιών αλλά και διεύρυνσης της αποδοχής μιας νέας κυβέρνησης η συγκατοίκηση είναι περίπου αναμενόμενη αν όχι επιθυμητή. Με τη λογική αυτή, η νεοεκλεγείσα αριστερή κυβέρνηση θα έπρεπε να είχε ήδη εκλέξει υποψήφιο από τον κεντροδεξιό χώρο. Για μια συγκατοίκηση όπως αυτή της δεκαετίας του ’80. Τότε η παρουσία του Κων/νου Καραμανλή αποτέλεσε εγγύηση για τους νεότευκτους θεσμούς  της δημοκρατίας της μεταπολίτευσης. Αλλά και για το πλαίσιο των εξωτερικών σχέσεων της χώρας.

Σήμερα, όμως, λίγο ως πολύ αυτά θεωρούνται δεδομένα. Η σημερινή Πρόεδρος της Βουλής, άλλωστε, σημαίνον στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, μιλάει για αναβάθμιση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, για βάθεμα δηλαδή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Κάποιες φωνές που έθεταν εν αμφιβόλω  το πλαίσιο των συμμαχιών της χώρας, τύπου Δρίτσα, περιθωριοποιήθηκαν τάχιστα. Άρα λοιπόν τι όφελος θα προσέδιδε ένας υποψήφιος Πρόεδρος προερχόμενος από την κεντροδεξιά αν δεν αποτελούσε εγγύηση θεσμικής συνέχειας; Θα εγγυόταν άραγε τη συνέχεια του περιεχομένου της πολιτικής; Μα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υποτίθεται ότι εξελέγη για ρήξη με αυτή την πολιτική, την πολιτική του μνημονίου. Εδώ εισέρχεται η μεταβλητή της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους μας. Και οι τελικές αποφάσεις της κυβέρνησης. Η επιλογή του συμβιβασμού ευνοεί την επιλογή ενός κεντροδεξιού υποψηφίου. Είναι η επιλογή του βελτιωμένου αφηγήματος. Το μνημόνιο βαφτίζεται εθνική συμφωνία, η τρόικα τριμερής, οι όροι αμβλύνονται. Ουσιαστικά μιλάμε για ρητορική ρήξης αλλά πολιτική συνέχισης πορείας. Η συνέχιση όμως αυτής της πορείας αλλάζει δυνητικά και μεσοπρόθεσμα τα κοινωνικά στρώματα απήχησης της νέας κυβέρνησης. Σηματοδοτεί έστω και συγκεκαλυμμένα μια δεξιά στροφή.

Στην περίπτωση αυτή είναι χρήσιμη μια δεξιά υποψηφιότητα. Αντίθετα, η επιλογή της ρήξης αντίκειται στην επιλογή κεντροδεξιού υποψηφίου. Η ρήξη αυτή θα είναι ρήξη με τα μνημόνια, σύγκρουση με την Ευρώπη, τομή με το παρελθόν. Θα είναι μια ιδεολογικά φορτισμένη επιλογή. Με τεράστιες πολιτικές συνέπειες. Αυτή η επιλογή δεν χωράει κεντροδεξιά υποψηφιότητα. Στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε μπροστά σε μια χειρότερη εκδοχή του ‘85. Οι προσδοκίες της κεντροδεξιάς υποψηφιότητας, οι συμβολισμοί της συνέχειας, ανατρέπονται. Ο Λαφαζάνης  γίνεται  Κουτσόγιωργας, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ. Και εμείς αναμένουμε ένα νέο Σαρτζετάκη έμπλεω ιδεολογικών συμβολισμών να σηματοδοτήσει την απαρχή μιας άλλης πορείας. Μιας πορείας ιδεολογικής φόρτισης, αλλά εθνικής αβεβαιότητας.